26 Μαΐ 2013

Στα γραφεία της Γάμπας

Δια να ευκολύνωμεν τους κυρίους και τα κυρίας που θα είχαν την καλωσύνη να έλθουν να μας επισκεφθούν στα γραφεία μας δίδομεν σήμερον τας αναγκαίας οδηγίας περί του πως μπορεί κανείς ακοπώτερον να το κάνει.
Λοιπόν:
Εισέρχεσθε δια μιας καταπακτής κρατώντας φανόν ανημμένον. Θα ιδείτε μίαν επιγραφήν: "Ο κώδων δεν κτυπά". Δεν είναι ανάγκη λοιπόν να κτυπήσετε το κουδούνι, το οποίον άλλωστε δεν υπάρχει. Μη ζητήσετε να βγάλετε το καπέλο, δότι δεν θα σας δοθεί καιρός. πρέπει και με τα δυό σας χέρια να προασπίζετε την τσέπη του πορτοφολιού σας δια πολλούς λόγους. Θα τρέξει αμέσως να τεθεί υπό τας διαταγάς σας ο προσωπάρχης του επί των τελετών και δεξιώσεων τμήματος του επιστατικού προσωπικού των γραφείων της Γάμπας. Θα φέρει πρασίνην χρυσοποίκιλτον λιβρέαν με το έμβλημα της Γάμπας εις το αριστερόν περιβραχιόνιον. Με τον αφελέστερον τρόπον του κόσμου θα σας ζητήσει το μπαστούνι και το παλτό σας. Αν δεν τα έχετε βαρεθεί, μην τα δώσετε επ' ουδενί λόγω. Αφού σας κάνει τας κεκανονισμένας δέκα υποκλίσεις και εις το τέλος σας παίξει την σχετικήν καρπαζιάν, θα σας εισαγάγει, με μιάν κλοτσιά εις τα οπίσθια, εις το δωμάτιον των διευθυντών. Ο κ. Χλαπάτσας θα προθυμοποιηθεί να σας υποδείξει σε ποιές σανίδες του πατώματος θα μπορούσατε να πατήσετε για να φθάσετε ακινδύνως μέχρις αυτού. Ως εκ συνθήματος, λεγεών ποντικών διαφόρων μεγεθών θα εφορμήσει εναντίον σας. Μη φοβηθείτε. Είναι τα κατοικίδια ζώα της Γάμπας. Είναι κακομαθημένα. κατά βάθος όμως έχουν πολύ καλήν ψυχήν. Χαϊδέψτε τα λίγο δεν θα σας πειράξουν. Ο κ. Τσαπατσούλας θα καταγίνεται από πολλού να στερεώσει με διάφορα τεχνητά μέσα ένα κάθισμα για να σας προσφέρει. Επιτέλους θα καθίσετε.
ΣΤΗ ΓΑΜΠΑ
Χρόνια κάθομουν στ' αυγά μου, δεν επρόβαλλα στη μέση,
και περνούσα τη ζωή μου πάντοτε συλλογισμένος
πότε έβαζα καπέλο, πότε σκούφο, πότε φέσι,
πότε έβγαινα στη φόρα, πότε ήμουνα κρυμμένος.
Τίποτε δεν συγκινούσε την μεγάλην μου ανίαν
και αυτό πώς μου συνέβη όσοι να το μάθουν θένε
ας γνωρίσουν πως μεγάλην πάντα είχα την μανίαν
να εκδώσω ένα φύλλο και Γαμπίτσα να το λένε.
Ήμουνα απελπισμένος, ότε έξαφνα μια μέρα
συννεφώδη, ομιχλώδη και με μπόρες και αντάρα,
μια φωνή μικρού Χαμίνι με προσβάλλει από πέρα,
μια φωνή που διαλαλάει: "Και η Γάμπα μια δεκάρα!"
Δεν επίστευα στ' αυτιά μου, και σηκώνομαι επάνω
να φωνάξω, μα εκείνο πρόβαλε απ' το καντούνι
τι πουλάει το αγρίμι να ρωτήσω δεν προφθάνω
"Δώσ' μου" λέγει "μια δεκάρα, πάρε Γάμπα με τακούνι!"
Δίνω τότε τη δεκάρα με μεγάλην προθυμία
τηνε παίρνω, τη χαϊδεύω, δεν μπορώ να τη χορτάσω
μόφυγεν ευθύς η λύπη κι η μεγάλη μου ανία,
κι αποφάσισα ωστόσον κάτι τι κι εγώ να γράψω.
Εις την γάμπαν που 'ναι τόσον
σ' όλους μας προκλητικιά
έναν ύμνον να συνθέσω,
μ' όλα μου τα γηρατειά,
Καλώς μας πρόβαλες, λοιπόν
που 'ρθες με τα σωστά σου,
υπεραρτία, ευτραφής,
και μ' όλα τ' απαυτά σου
και μ' έκανες στα γηρατειά
εμένα το φαφούτη
που να μασήσω δε μπορώ
ούτε ξηρό κουρκούτι,
να θυμηθώ χρόνια παλιά
κι ακόμη τόσα άλλα
γιατί ήμουνα στα νιάτα μου
γαμπομανής τα μάλα.
Και ποιός δεν σε αγάπησε
και ποιός δεν σε θαυμάζει;
Η θέα σου ποιόνε θνητό
δεν έλκει, δεν ταράζει;...
Μ' ας παύσω τέλος πάντων
τόσον να σε επαινώ,
μη τυχόν στους διαδρόμους
των τμημάτων σεργιανώ
γιατί έμαθα πως ότι
μια μερίς της κοινωνίας
χάριν των χρηστών ηθών μας
μέσον της αστυνομίας
θα επέμβει να μη λέγουν
τίποτε πλέον για σένα
όχι γι' άλλα παρά όσα
είναι στο χαρτί γραμμένα.
Δε θέλουν να σε βλέπουνε μαυρομουτζουρωμένη
με μαύρη κάλτσα μακριά και στο χαρτί γραμμένη.
Θέλουνε να σε βλέπουνε εις τη σκηνή επάνω,
να φαίνεσ' ως τα γόνατα κι ακόμα παραπάνω.
και να 'σαι γάμπα αληθινή και όχι με μελάνι,
και κάτωθεν από βραχύ, διαφανές φουστάνι.
με κάλτσα άσπρη τρυπητή να είσαι φασκιωμένη
και όχι πάνω στο χαρτί καταμουτζουρωμένη.
και κάποτε εις το χορό ως πάνω να πετιέσαι
και εάν είναι δυνατόν στα ύψη να κρατιέσαι.
Ω γελοίοι χρηστοήθεις και κλεινοί ηθικολόγοι,
δε γενόσαστε παπάδες, καλογέροι, θεολόγοι;
Σεις το πάθατε ως εκείνον με το βόδι του χωριάτου,
που επρόσεχε μη στάξει στο πηγάδι η ουρά του
αφού ήτο όλο μέσα, το 'καμε και άνω κάτου
κι έπλυνε τον πισινό του κι έκαμε και τα κακά του.
1919, Σεπτέμβριος 8 (23 ετών) Με τον φίλο του Άγη Λεβέντη ο Κώστας Καρυωτάκης εκδίδει το σατυρικό περιοδικό "Η Γάμπα". Διευθυντές Μίμης Χλαπάτσας (Λεβέντης), Νίκος Τσαπατσούλιας (Καρυωτάκης). Παρά την επιτυχία του περιοδικού, κυκλοφόρησαν μόνο έξι τεύχη γιατί το απαγόρευσε η Αστυνομία.
Εικόνα: George Barbier (Le maitre d' Art Déco) / Collezione Ligabue